21 Ιουνίου, 2025
Συνέντευξη στο Newsbomb σχετικά με τα κοινωνικά δίκτυα και πως η κατάχρηση φέρνει την "εγκεφαλική σήψη στα παιδιά". Μια σημαντική συζήτηση που εξετάζει την επίδραση των ψηφιακών μέσων στην ψυχική υγεία των παιδιών.
Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κοινωνικό ον. Αυτό σημαίνει ότι οι εγγύς σχέσεις (οικογενειακό περιβάλλον, φίλοι, σύντροφος) αλλά και οι ουσιαστικές επαφές στην κοινότητα και το εργασιακό περιβάλλον, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ψυχική ανθεκτικότητα και την ευημερία του ατόμου.
Είναι σημαντικό επίσης να διαχωρίσουμε εξαρχής τη «μοναξιά» από τη «μοναχικότητα». Η μοναχικότητα μπορεί να είναι και επιλογή, να επιδιώκεται δηλαδή από το άτομο, είτε λιγότερο είτε περισσότερο, είτε κατά περιόδους. Η μοναξιά από την άλλη είναι το υποκειμενικό βίωμα της έλλειψης της ουσιαστικής σύνδεσης, την οποία το άτομο επιθυμεί αλλά δεν έχει. Οπότε δεν είναι απλώς η απουσία άλλων ανθρώπων, με την έννοια της φυσικής απομόνωσης. Κάποιος μπορεί να περιβάλλεται από άλλους και παρ' όλα αυτά να νιώθει βαθιά μόνος, άρα η ποιότητα των σχέσεων παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι σχέσεις για να θεωρούνται υποστηρικτικές πρέπει να παρέχουν συναισθηματική εγγύτητα, ασφάλεια, κατανόηση, αποδοχή και να δημιουργούν γενικότερα ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο το άτομο να μπορεί να εκφράζεται και να υπάρχει ελεύθερα.
Οι βασικοί ψυχολογικοί παράγοντες που συμβάλλουν είναι:
Σύμφωνα με τα στοιχεία των τελευταίων ετών, φαίνεται πως οι χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης συγκεντρώνουν υψηλότερα ποσοστά μοναξιάς. Η κοινωνική απομόνωση συνδέεται με κακή υγεία και οικονομική δυσπραγία, γεγονός που μπορεί να εξηγεί εν μέρει αυτό το φαινόμενο. Η αίσθηση της μοναξιάς όμως, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, είναι ένα υποκειμενικό βίωμα. Αυτό σημαίνει ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι άνθρωποι ίσως την αποδέχονται ευκολότερα (ή δεν την ερμηνεύουν ως μοναξιά), ενώ στις νότιες κοινωνίες όπου οι άνθρωποι είναι παραδοσιακά πιο ανοιχτοί και κοινωνικοί, η απομόνωση εκλαμβάνεται ως αποτυχία, οπότε ενισχύεται το υποκειμενικό βίωμα της μοναξιάς. Επίσης, η αύξηση της ανεργίας και η συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα και απρόσωπα αστικά κέντρα (αστικοποίηση) ενισχύει την αίσθηση της ανωνυμίας και εντείνει την απομόνωση, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνονται οι σχέσεις εντός της κοινότητας καθώς και η συχνότητα και η εγγύτητα των επαφών με την ευρύτερη οικογένεια. Παράλληλα, έχει αλλάξει και η ίδια η σύσταση της παραδοσιακής, ελληνικής οικογένειας, οι οποίες πλέον είναι σημαντικά μικρότερες (λιγότερα παιδιά) και συχνά μονογονεϊκές. Το πρότυπο ζωής στις δυτικές, ανεπτυγμένες κοινωνίες δίνει έμφαση στο άτομο, υποβαθμίζοντας την έννοια της κοινότητας, της συλλογικότητας και του «ανήκειν». Τέλος – και ίσως πιο καθοριστική αλλαγή – είναι η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τα socia media υπόσχονται διασύνδεση, αλλά στην πραγματικότητα οδηγούν σε επιφανειακή επικοινωνία, κοινωνική σύγκριση και ενίσχυση του αισθήματος απομόνωσης. Η ψηφιοποίηση των σχέσεων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει τα οφέλη της δια ζώσης ανθρώπινης επαφής και να προσφέρει στο άτομο ένα πραγματικό αίσθημα σύνδεσης.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλες οι πληθυσμιακές ομάδες είναι ευάλωτες στη μοναξιά, καθεμία όμως μέσω διαφορετικών μηχανισμών:
Η μοναξιά μπορεί να καταπολεμηθεί τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό.
Ατομικό επίπεδο:
Το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση της μοναξιάς είναι να την αναγνωρίσουμε και να τη νοηματοδοτήσουμε, αντί να την απορρίπτουμε ή να τη στιγματίζουμε. Στο ατομικό επίπεδο, η καλλιέργεια της ενσυνειδητότητας (mindfulness) — μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα ή βιωματικές πρακτικές — μπορεί να μας βοηθήσει να έρθουμε σε επαφή με τις βαθύτερες συναισθηματικές μας ανάγκες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, μαθαίνουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας, να επενδύουμε σε ποιοτικές σχέσεις (αντί για πολλές και επιφανειακές), και να επανεντασσόμαστε ουσιαστικά στο κοινωνικό σύνολο, καλλιεργώντας κοινωνικές δεξιότητες, συμμετέχοντας σε ομάδες, δράσεις ή εθελοντισμό — δραστηριότητες που, όπως δείχνουν τα ερευνητικά δεδομένα, ενισχύουν το αίσθημα σύνδεσης.
Παράλληλα, είναι σημαντική η αναγνώριση των συνεπειών της υπερβολικής χρήσης των social media και η συνειδητή προσπάθεια για περιορισμό της ψηφιακής έκθεσης σε συνδυασμό με ενίσχυση της δια ζώσης επαφής.
Τέλος, όταν η μοναξιά γίνεται χρόνια, επώδυνη ή δυσκολευόμαστε να τη διαχειριστούμε, η αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης από επαγγελματίες ψυχικής υγείας αποτελεί μια ώριμη και θαρραλέα επιλογή.
Κοινωνικό επίπεδο:
Σε συλλογικό επίπεδο, η πρόληψη της μοναξιάς ξεκινά από την εκπαίδευση. Είναι σημαντικό να εντάσσονται στα σχολεία προγράμματα κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης, που ενισχύουν την ενσυναίσθηση, τη συνεργασία και το αίσθημα συλλογικότητας. Παράλληλα, χρειάζεται ενίσχυση των κοινοτικών δομών — όπως πάρκα, πολιτιστικά κέντρα, ΚΑΠΗ, ανοιχτά σχολεία — ώστε να λειτουργούν ως ζωντανοί κόμβοι σύνδεσης και όχι απλώς υποδομές.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, με στοχευμένες παρεμβάσεις προς τις ευάλωτες ομάδες, ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση στην κοινωνική ζωή.
Τέλος, η ψηφιακή εκπαίδευση μπορεί να διαδραματίσει κομβικό ρόλο: είναι σημαντικό να μάθουμε να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία ως εργαλείο σύνδεσης και ένταξης, όχι αποξένωσης.
Η μοναξιά είναι ένα καθολικό ανθρώπινο βίωμα. Αναγνωρίζοντάς την και στρεφόμενοι προς την ανθρώπινη επαφή με αυθεντικότητα και πρόθεση, μπορούμε να κάνουμε σημαντικά βήματα προς την ψυχική μας ευημερία.